τιμωρητικός
•
- που έχει την τάση να τιμωρεί, να εκδικείται Βικιλεξικό
- Μαζί με αυτή την «τιμωρητική» πρακτική, η οποία δεν διαχώρισε καν τους Κύπριους πολίτες-καταθέτες (όπως έκανε, σοφά, η Ισλανδία) από τους υπόλοιπους, ήρθαν και οι περιορισμοί στη μεταφορά κεφαλαίων. (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 31/3/2013)
- που αποσκοπεί στην τιμωρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιμωρητικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τιμωρητικός. Μορφολογικά, (τιμωρώ) τιμωρη- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμωρητικός | τιμωρητική | τιμωρητικό |
| Γενική | τιμωρητικού | τιμωρητικής | τιμωρητικού |
| Αιτιατική | τιμωρητικό | τιμωρητική | τιμωρητικό |
| Κλητική | τιμωρητικέ | τιμωρητική | τιμωρητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τιμωρητικοί | τιμωρητικές | τιμωρητικά |
| Γενική | τιμωρητικών | τιμωρητικών | τιμωρητικών |
| Αιτιατική | τιμωρητικούς | τιμωρητικές | τιμωρητικά |
| Κλητική | τιμωρητικοί | τιμωρητικές | τιμωρητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →