τιράντα
•
- ενδυμασίαλουρίδα από ύφασμα ή λάστιχο που περνάει πάνω από τον ώμο για την συγκράτηση ρούχου Βικιλεξικό
- Να αντικαταστήσει .... τα ξελουριστήρια, τὸ ἀπαραίτητον αὐτὸ ὄργανον κάθε παπουτσῆ, μὲ τὸ προφυλακτήριον, τὸ κατσαπροκάκι μὲ τὴν σφενδόνην, τὸ καβέστρο μὲ τὴν κατόχην καὶ μὲ ἀνάλογον ἑλληνικὴν λέξιν τὰ κομματιαστά παπούτσια, τὰ κουμπωτά, τὰ σκιστά, τὶς μπότες, τὰ μποτίνια, τὶς σάνες, τους γκλασέδες, τοὺς σαγρέδες, τὰ σεβρά, τὰ βιδέλα, τὰ καραμάντουλα, τὶς τιράντες, τὶς μετζεσόλες, τὰ βάρδουλα, τὰ σουβλιά, τὶς μπρόκες, τὰ φαλτσέτα καὶ τὰ μασσάτια.
- ⌘ Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμποροῦν νά φύγουν αἱ ξέναι λέξεις;, εκδ. Π. Δ. Σακελλάριος, 1905, σελ. 45 @books.google
Ετυμολογία
τιράντα < (άμεσο δάνειο) ιταλική tirante, μετοχής του tirare (τραβάω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τιράντα | τιράντες |
| Γενική | τιράντας | τιραντών |
| Αιτιατική | τιράντα | τιράντες |
| Κλητική | τιράντα | τιράντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →