τις
•
- αρχαιοπρεπέςμονοτονική γραφή του τίς, αρσενικού γένους: κάποιος (αόριστη), ποιος; (ερωτηματική αντωνυμία) Βικιλεξικό
- τις ει; - τίς εἶ;
- τις πταίει; - τίς πταίει;
- αδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας αυτές γ΄ προσώπου, θηλυκού γένους, αιτιατικής πληθυντικού Βικιλεξικό
- — Τις είδα προχτές. — Ποιες; — Τις ξαδέρφες σου. Είχαν έρθει στη Βάρκιζα για μπάνιο.
- αόριστη αντωνυμία Βικιλεξικό
- κάτι τις (ΔΦΑ : /ˈka.ti‿tis/)
Ετυμολογία
τις < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τίς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →