τιτλοδότηση
•
- η τιτλοδοσία, η επιλογή ή/και η απόδοση τίτλου Βικιλεξικό
- χημείααναζήτηση τίτλων ή περιεκτικότητας κάποιου διαλύματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τιτλοδότηση < τίτλος + δίδω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τιτλοδότηση | τιτλοδοτήσεις |
| Γενική | τιτλοδότησης | τιτλοδοτήσεων |
| Αιτιατική | τιτλοδότηση | τιτλοδοτήσεις |
| Κλητική | τιτλοδότηση | τιτλοδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →