Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

το κέρατο πάει σύννεφο

φράση
•
  1. λαϊκόόταν κάποιος κερατώνει τον/την σύντροφό του σε μεγάλο βαθμό ή κατ' επανάληψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

το κέρατο πάει σύννεφο < → δείτε τις λέξεις το, κέρατο, πάει και σύννεφο

Άλλοι τύποι

κέρατο πάει σύννεφο

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →