το κέρατο πάει σύννεφο
•
- λαϊκόόταν κάποιος κερατώνει τον/την σύντροφό του σε μεγάλο βαθμό ή κατ' επανάληψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
το κέρατο πάει σύννεφο < → δείτε τις λέξεις το, κέρατο, πάει και σύννεφο
Άλλοι τύποι
κέρατο πάει σύννεφο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →