Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

το κερασάκι στην τούρτα

/to‿ceɾaˈsaci stin‿ˈduɾta/φράση
•
  1. κάτι που θα μπορούσε να λείπει, επιτείνει τη σημασία του περιττού, το επιπλέον, που κάνει κάτι καλό καλύτερο (ή, ειρωνικά, κάτι άσχημο χειρότερο) Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Λένα Διβάνη, 1955‑ Εγώ ο Ζάχος Ζάχαρης, (2012): Εκδόσεις Καστανιώτη @books.google

Ετυμολογία

το κερασάκι στην τούρτα < → δείτε τις λέξεις το, κερασάκι, στην και τούρτα

Άλλοι τύποι

κερασάκι στην τούρτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →