Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοίχιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον τοίχο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοίχιος < ελληνιστική κοινή τοίχιος < αρχαία ελληνική τοῖχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοίχιοςτοίχιατοίχιο
Γενικήτοίχιουτοίχιαςτοίχιου
Αιτιατικήτοίχιοτοίχιατοίχιο
Κλητικήτοίχιετοίχιατοίχιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοίχιοιτοίχιεςτοίχια
Γενικήτοίχιωντοίχιωντοίχιων
Αιτιατικήτοίχιουςτοίχιεςτοίχια
Κλητικήτοίχιοιτοίχιεςτοίχια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →