τοιχίζομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος τοιχίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τοιχίζομαι | τοιχίζεσαι | τοιχίζεται | τοιχιζόμαστε | τοιχίζεστε | τοιχίζονται |
| Παρατατικός | τοιχιζόμουν / τοιχιζόμουνα | τοιχιζόσουν / τοιχιζόσουνα | τοιχιζόταν / τοιχιζότανε | τοιχιζόμασταν / τοιχιζόμαστε | τοιχιζόσασταν / τοιχιζόσαστε | τοιχίζονταν / τοιχιζόντουσαν |
| Αόριστος | τοιχίστηκα | τοιχίστηκες | τοιχίστηκε | τοιχιστήκαμε | τοιχιστήκατε | τοιχίστηκαν / τοιχιστήκαν / τοιχιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα τοιχίζομαι / θα τοιχιστώ | θα τοιχίζεσαι / θα τοιχιστείς | θα τοιχίζεται / θα τοιχιστεί | θα τοιχιζόμαστε / θα τοιχιστούμε | θα τοιχίζεστε / θα τοιχιστείτε | θα τοιχίζονται / θα τοιχιστούν / θα τοιχιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω τοιχιστεί | έχεις τοιχιστεί | έχει τοιχιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τοιχιστεί | είχες τοιχιστεί | είχε τοιχιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τοιχιστεί / να τοιχίζομαι / να τοιχιστώ | να έχεις τοιχιστεί / να τοιχίζεσαι / να τοιχιστείς | να έχει τοιχιστεί / να τοιχίζεται / να τοιχιστεί | να τοιχιζόμαστε / να τοιχιστούμε | να τοιχίζεστε / να τοιχιστείτε | να τοιχίζονται / να τοιχιστούν / να τοιχιστούνε |
| Προστακτική | — | τοιχίζου / τοιχίσου | — | — | τοιχίζεστε / τοιχιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →