τοιχαρχία
•
- ναυτικός όροςτμήμα του πληρώματος ενός (πολεμικού) πλοίου, που εκ περιτροπής εκτελεί τις υπηρεσίες και τις εργασίες στο πλοίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοιχαρχία < (ελληνιστική κοινή) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοιχαρχία | τοιχαρχίες |
| Γενική | τοιχαρχίας | τοιχαρχιών |
| Αιτιατική | τοιχαρχία | τοιχαρχίες |
| Κλητική | τοιχαρχία | τοιχαρχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →