τοιχοβάτης
•
- αρχιτεκτονικήη βάση στην οποία στηρίζεται ο τοίχος των οικοδομημάτων Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήτο τρίτο και μεγαλύτερο σκαλοπάτι της κρηπίδας των αρχαίων ναών, ιδίως αυτών χωρίς περιμετρικές κολόνες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοιχοβάτης < ελληνιστική τοιχοβάτης < τοῖχος + βαίνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοιχοβάτης | τοιχοβάτες |
| Γενική | τοιχοβάτη | τοιχοβατών |
| Αιτιατική | τοιχοβάτη | τοιχοβάτες |
| Κλητική | τοιχοβάτη | τοιχοβάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →