τοιχογραφικός
•
- που έχει σχέση με τοιχογραφία ή τοιχογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοιχογραφικός < τοιχογραφία / τοιχογράφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοιχογραφικός | τοιχογραφική | τοιχογραφικό |
| Γενική | τοιχογραφικού | τοιχογραφικής | τοιχογραφικού |
| Αιτιατική | τοιχογραφικό | τοιχογραφική | τοιχογραφικό |
| Κλητική | τοιχογραφικέ | τοιχογραφική | τοιχογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοιχογραφικοί | τοιχογραφικές | τοιχογραφικά |
| Γενική | τοιχογραφικών | τοιχογραφικών | τοιχογραφικών |
| Αιτιατική | τοιχογραφικούς | τοιχογραφικές | τοιχογραφικά |
| Κλητική | τοιχογραφικοί | τοιχογραφικές | τοιχογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →