Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοιχογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τοιχογραφία ή τοιχογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοιχογραφικός < τοιχογραφία / τοιχογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοιχογραφικόςτοιχογραφικήτοιχογραφικό
Γενικήτοιχογραφικούτοιχογραφικήςτοιχογραφικού
Αιτιατικήτοιχογραφικότοιχογραφικήτοιχογραφικό
Κλητικήτοιχογραφικέτοιχογραφικήτοιχογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοιχογραφικοίτοιχογραφικέςτοιχογραφικά
Γενικήτοιχογραφικώντοιχογραφικώντοιχογραφικών
Αιτιατικήτοιχογραφικούςτοιχογραφικέςτοιχογραφικά
Κλητικήτοιχογραφικοίτοιχογραφικέςτοιχογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →