Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοιχογραφώ

ρήμα
•
  1. τέχνηκάνω τοιχογραφίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοιχογραφώ < μεσαιωνική ελληνική τοιχογραφώ < ελληνιστική κοινή τοιχογράφος < αρχαία ελληνική τοῖχος + γράφω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτοιχογραφώτοιχογραφείςτοιχογραφείτοιχογραφούμετοιχογραφείτετοιχογραφούν / τοιχογραφούνε
Παρατατικόςτοιχογραφούσατοιχογραφούσεςτοιχογραφούσετοιχογραφούσαμετοιχογραφούσατετοιχογραφούσαν / τοιχογραφούσανε
Αόριστοςτοιχογράφησατοιχογράφησεςτοιχογράφησετοιχογραφήσαμετοιχογραφήσατετοιχογράφησαν / τοιχογραφήσαν / τοιχογραφήσανε
Μέλλονταςθα τοιχογραφήσω / θα τοιχογραφώθα τοιχογραφήσεις / θα τοιχογραφείςθα τοιχογραφήσει / θα τοιχογραφείθα τοιχογραφήσουμε / θα τοιχογραφούμεθα τοιχογραφήσετε / θα τοιχογραφείτεθα τοιχογραφήσουν / θα τοιχογραφήσουνε / θα τοιχογραφούν / θα τοιχογραφούνε
Παρακείμενοςέχω τοιχογραφήσειέχεις τοιχογραφήσειέχει τοιχογραφήσειέχουμε τοιχογραφήσειέχετε τοιχογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τοιχογραφήσειείχες τοιχογραφήσειείχε τοιχογραφήσειείχαμε τοιχογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω τοιχογραφήσει / να τοιχογραφήσω / να τοιχογραφώνα έχεις τοιχογραφήσει / να τοιχογραφήσεις / να τοιχογραφείςνα έχει τοιχογραφήσει / να τοιχογραφήσει / να τοιχογραφείνα έχουμε τοιχογραφήσει / να τοιχογραφήσουμε / να τοιχογραφούμενα έχετε τοιχογραφήσει / να τοιχογραφήσετε / να τοιχογραφείτενα τοιχογραφήσουν / να τοιχογραφήσουνε / να τοιχογραφούν / να τοιχογραφούνε
Προστακτική—τοιχογράφει / τοιχογράφησε——τοιχογραφήστε / τοιχογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →