Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοιχοδομώ

ρήμα
•
  1. λόγιοδομώ / κτίζω τοίχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοιχοδομώ < ελληνιστική κοινή τοιχοδομέω / τοιχοδομῶ < αρχαία ελληνική τοῖχος + δόμος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςτοιχοδομώτοιχοδομείςτοιχοδομείτοιχοδομούμετοιχοδομείτετοιχοδομούν / τοιχοδομούνε
Παρατατικόςτοιχοδομούσατοιχοδομούσεςτοιχοδομούσετοιχοδομούσαμετοιχοδομούσατετοιχοδομούσαν / τοιχοδομούσανε
Αόριστοςτοιχοδόμησατοιχοδόμησεςτοιχοδόμησετοιχοδομήσαμετοιχοδομήσατετοιχοδομήσαν / τοιχοδομήσανε / τοιχοδόμησαν
Μέλλονταςθα τοιχοδομήσω / θα τοιχοδομώθα τοιχοδομήσεις / θα τοιχοδομείςθα τοιχοδομήσει / θα τοιχοδομείθα τοιχοδομήσουμε / θα τοιχοδομούμεθα τοιχοδομήσετε / θα τοιχοδομείτεθα τοιχοδομήσουν / θα τοιχοδομήσουνε / θα τοιχοδομούν / θα τοιχοδομούνε
Παρακείμενοςέχω τοιχοδομήσειέχεις τοιχοδομήσειέχει τοιχοδομήσειέχουμε τοιχοδομήσειέχετε τοιχοδομήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα τοιχοδομήσειείχες τοιχοδομήσειείχε τοιχοδομήσειείχαμε τοιχοδομήσει——
Υποτακτικήνα έχω τοιχοδομήσει / να τοιχοδομήσω / να τοιχοδομώνα έχεις τοιχοδομήσει / να τοιχοδομήσεις / να τοιχοδομείςνα έχει τοιχοδομήσει / να τοιχοδομήσει / να τοιχοδομείνα έχουμε τοιχοδομήσει / να τοιχοδομήσουμε / να τοιχοδομούμενα έχετε τοιχοδομήσει / να τοιχοδομήσετε / να τοιχοδομείτενα τοιχοδομήσουν / να τοιχοδομήσουνε / να τοιχοδομούν / να τοιχοδομούνε
Προστακτική—τοιχοδόμει / τοιχοδόμησε——τοιχοδομήστε / τοιχοδομείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →