Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοιχοκολλητός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τοιχοκολληθεί ή μπορεί να τοιχοκολληθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοιχοκολλητός < τοιχοκολλώ + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοιχοκολλητόςτοιχοκολλητή / τοιχοκολλητητοιχοκολλητο / τοιχοκολλητό
Γενικήτοιχοκολλητούτοιχοκολλητήςτοιχοκολλητού
Αιτιατικήτοιχοκολλητότοιχοκολλητήτοιχοκολλητό
Κλητικήτοιχοκολλητέτοιχοκολλητήτοιχοκολλητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοιχοκολλητοίτοιχοκολλητέςτοιχοκολλητά
Γενικήτοιχοκολλητώντοιχοκολλητώντοιχοκολλητών
Αιτιατικήτοιχοκολλητούςτοιχοκολλητέςτοιχοκολλητά
Κλητικήτοιχοκολλητοίτοιχοκολλητέςτοιχοκολλητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →