τοκίζω
•
- δανείζω κάποιο χρηματικό ποσό προσθέτοντας τόκο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοκίζω < αρχαία ελληνική τοκίζω < τόκος < τίκτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τοκίζω | τοκίζεις | τοκίζει | τοκίζουμε | τοκίζετε | τοκίζουν / τοκίζουνε |
| Παρατατικός | τόκιζα | τόκιζες | τόκιζε | τοκίζαμε | τοκίζατε | τοκίζαν / τοκίζανε / τόκιζαν |
| Αόριστος | τόκισα | τόκισες | τόκισε | τοκίσαμε | τοκίσατε | τοκίσαν / τοκίσανε / τόκισαν |
| Μέλλοντας | θα τοκίζω / θα τοκίσω | θα τοκίζεις / θα τοκίσεις | θα τοκίζει / θα τοκίσει | θα τοκίζουμε / θα τοκίσουμε | θα τοκίζετε / θα τοκίσετε | θα τοκίζουν / θα τοκίζουνε / θα τοκίσουν / θα τοκίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τοκίσει | έχεις τοκίσει | έχει τοκίσει | έχουμε τοκίσει | έχετε τοκίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τοκίσει | είχες τοκίσει | είχε τοκίσει | είχαμε τοκίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τοκίσει / να τοκίζω / να τοκίσω | να έχεις τοκίσει / να τοκίζεις / να τοκίσεις | να έχει τοκίσει / να τοκίζει / να τοκίσει | να έχουμε τοκίσει / να τοκίζουμε / να τοκίσουμε | να έχετε τοκίσει / να τοκίζετε / να τοκίσετε | να τοκίζουν / να τοκίζουνε / να τοκίσουν / να τοκίσουνε |
| Προστακτική | — | τόκιζε / τόκισε | — | — | τοκίζετε / τοκίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →