Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοκογλυφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την τοκογλυφία ή τον τοκογλύφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοκογλυφικός < τοκογλυφία / τοκογλύφος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική usuraire)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοκογλυφικόςτοκογλυφικήτοκογλυφικό
Γενικήτοκογλυφικούτοκογλυφικήςτοκογλυφικού
Αιτιατικήτοκογλυφικότοκογλυφικήτοκογλυφικό
Κλητικήτοκογλυφικέτοκογλυφικήτοκογλυφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοκογλυφικοίτοκογλυφικέςτοκογλυφικά
Γενικήτοκογλυφικώντοκογλυφικώντοκογλυφικών
Αιτιατικήτοκογλυφικούςτοκογλυφικέςτοκογλυφικά
Κλητικήτοκογλυφικοίτοκογλυφικέςτοκογλυφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →