τοκογλυφικός
•
- που έχει σχέση με την τοκογλυφία ή τον τοκογλύφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοκογλυφικός < τοκογλυφία / τοκογλύφος + -ικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική usuraire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοκογλυφικός | τοκογλυφική | τοκογλυφικό |
| Γενική | τοκογλυφικού | τοκογλυφικής | τοκογλυφικού |
| Αιτιατική | τοκογλυφικό | τοκογλυφική | τοκογλυφικό |
| Κλητική | τοκογλυφικέ | τοκογλυφική | τοκογλυφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοκογλυφικοί | τοκογλυφικές | τοκογλυφικά |
| Γενική | τοκογλυφικών | τοκογλυφικών | τοκογλυφικών |
| Αιτιατική | τοκογλυφικούς | τοκογλυφικές | τοκογλυφικά |
| Κλητική | τοκογλυφικοί | τοκογλυφικές | τοκογλυφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →