Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοκοχρεολυτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το τοκοχρεολύσιο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοκοχρεολυτικός < τοκοχρεολύσιο + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοκοχρεολυτικόςτοκοχρεολυτικήτοκοχρεολυτικό
Γενικήτοκοχρεολυτικούτοκοχρεολυτικήςτοκοχρεολυτικού
Αιτιατικήτοκοχρεολυτικότοκοχρεολυτικήτοκοχρεολυτικό
Κλητικήτοκοχρεολυτικέτοκοχρεολυτικήτοκοχρεολυτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοκοχρεολυτικοίτοκοχρεολυτικέςτοκοχρεολυτικά
Γενικήτοκοχρεολυτικώντοκοχρεολυτικώντοκοχρεολυτικών
Αιτιατικήτοκοχρεολυτικούςτοκοχρεολυτικέςτοκοχρεολυτικά
Κλητικήτοκοχρεολυτικοίτοκοχρεολυτικέςτοκοχρεολυτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →