τοκόσημο
•
- οικονομίαένσημο ή φορολογικό τέλος που επιβάλλεται για την είσπραξη φόρου επί των τόκων χρηματοοικονομικών τίτλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοκόσημο < τόκος + -ο- + -σημο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοκόσημο | τοκόσημα |
| Γενική | τοκοσήμου / τοκόσημου | τοκοσήμων |
| Αιτιατική | τοκόσημο | τοκόσημα |
| Κλητική | τοκόσημο | τοκόσημα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →