Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τομεάρχης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. διευθυντής ενός τομέα ή ενός κλάδου (επιχείρησης, διοίκησης, κλπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τομεάρχης < τομέ(ας) + -άρχης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτομεάρχηςτομεάρχες
Γενικήτομεάρχη / τομεάρχουτομεαρχών
Αιτιατικήτομεάρχητομεάρχες
Κλητικήτομεάρχα / τομεάρχητομεάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →