τομεάρχισσα
•
- θηλυκό του τομεάρχης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τομεάρχισσα < τομεάρχης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τομεάρχισσα | τομεάρχισσες |
| Γενική | τομεάρχισσας | τομεαρχισσών |
| Αιτιατική | τομεάρχισσα | τομεάρχισσες |
| Κλητική | τομεάρχισσα | τομεάρχισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →