τομογραφικός
•
- σχετικός με την εξέταση της τομογραφίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τομογραφικός < τομογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τομογραφικός | τομογραφική | τομογραφικό |
| Γενική | τομογραφικού | τομογραφικής | τομογραφικού |
| Αιτιατική | τομογραφικό | τομογραφική | τομογραφικό |
| Κλητική | τομογραφικέ | τομογραφική | τομογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τομογραφικοί | τομογραφικές | τομογραφικά |
| Γενική | τομογραφικών | τομογραφικών | τομογραφικών |
| Αιτιατική | τομογραφικούς | τομογραφικές | τομογραφικά |
| Κλητική | τομογραφικοί | τομογραφικές | τομογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →