Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τομογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την εξέταση της τομογραφίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τομογραφικός < τομογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτομογραφικόςτομογραφικήτομογραφικό
Γενικήτομογραφικούτομογραφικήςτομογραφικού
Αιτιατικήτομογραφικότομογραφικήτομογραφικό
Κλητικήτομογραφικέτομογραφικήτομογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτομογραφικοίτομογραφικέςτομογραφικά
Γενικήτομογραφικώντομογραφικώντομογραφικών
Αιτιατικήτομογραφικούςτομογραφικέςτομογραφικά
Κλητικήτομογραφικοίτομογραφικέςτομογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →