τον
•
- προσωπική αντωνυμίααδύνατος τύπος της προσωπικής αντωνυμίας γ' προσώπου: αυτόν Βικιλεξικό
- Τον Αντώνη τον ξέρω από τα παλιά. (αυτόν, τον ξέρω από τα παλιά)
- Τον θυμάσαι το Νίκο; Τον συνάντησα το πρωί.
- άλλες μορφές: τονε (λαϊκότροπο)
- ιδιωματικότου Βικιλεξικό
- Τον είπα, «βάλε μ' ένα κιλό ντομάτες, σε παρακαλώ»!
Ετυμολογία
τον < τόν < 'φτόν, με αποβολή του άτονου αρκτικού φωνέντος < αρχαία ελληνική αὐτόν :* για το ιδιωματικό < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή τόν, αλλαγή πτώσης από την δοτική < αρχαία ελληνική τῷ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →