Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τονάζ

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. συνήθως για πλοίαη χωρητικότητα σε τόννους Βικιλεξικό
    • Ἀκόμη καί τό 1834 ὑπελογίζοντο τά ἱστιοφόρα εἰς 75.000 τόνους καί τό 1870 εἰς 582 πλοῖα 398.703 τονάζ. Τέλος κατὰ τὸ 1901 ἔχομεν ἱστιοφόρα 925 μὲ τονάζ 181.473 , παρατηρεῖται δηλαδὴ εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον μία ὀπισθοχώρησις ἐνῶ τὰ ἀτμόπλοια αὐξάνουν, ὥστε νὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ ἔτος 1898 144 μὲ τονάζ 96.358 (Α. Μπερνάρης, Η Διάρθρωσις Και Αι Προσπάθειαι Προσαρμογής Της Ελληνικής Οικονομίας, σελ. 118)
    • Μέσα στην πανδημία, ούτε οι τράπεζες ήθελαν να επενδύσουν σε καινούριο τονάζ ούτε οι πλοιοκτήτες ή τα funds είχαν τη διάθεση να επενδύσουν στη θάλασσα. (Σίμος Παληός, Μάκης Προβατάς, Η θάλασσα είναι δρόμος. Για την ελληνική ναυτοσύνη του χτες και του αύριο, εκδ. Πατάκης, 2025)

Ετυμολογία

τονάζ < (λόγιο δάνειο) γαλλική tonnage

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →