τοξικολογικός
•
- ιατρικήσχετικός με την τοξικολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοξικολογικός < τοξικολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοξικολογικός | τοξικολογική | τοξικολογικό |
| Γενική | τοξικολογικού | τοξικολογικής | τοξικολογικού |
| Αιτιατική | τοξικολογικό | τοξικολογική | τοξικολογικό |
| Κλητική | τοξικολογικέ | τοξικολογική | τοξικολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοξικολογικοί | τοξικολογικές | τοξικολογικά |
| Γενική | τοξικολογικών | τοξικολογικών | τοξικολογικών |
| Αιτιατική | τοξικολογικούς | τοξικολογικές | τοξικολογικά |
| Κλητική | τοξικολογικοί | τοξικολογικές | τοξικολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →