τοξωτός
•
- που έχει καμπύλο σχήμα μορφής τόξου που εκτείνεται είτε σε τέταρτο κύκλου είτε περισσότερο, μη υπερβαίνοντας την ημιπεριφέρεια Βικιλεξικό
- Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
Ετυμολογία
τοξωτός < ελληνιστική κοινή τοξωτός < αρχαία ελληνική τόξον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοξωτός | τοξωτή / τοξωτη | τοξωτο / τοξωτό |
| Γενική | τοξωτού | τοξωτής | τοξωτού |
| Αιτιατική | τοξωτό | τοξωτή | τοξωτό |
| Κλητική | τοξωτέ | τοξωτή | τοξωτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοξωτοί | τοξωτές | τοξωτά |
| Γενική | τοξωτών | τοξωτών | τοξωτών |
| Αιτιατική | τοξωτούς | τοξωτές | τοξωτά |
| Κλητική | τοξωτοί | τοξωτές | τοξωτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →