Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπάζι

/toˈpa.zi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ορυκτολογίαείδος πολύτιμου λίθου (πυριτικό / φθοριούχο ορυκτό του αργιλίου: Al₂SiO₄(F,OH)₂) Βικιλεξικό
    • ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμένης Χαλιμᾶς. (Μ. Καραγάτσης, Ο Γιούγκερμαν και τα στερνά του, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1999, σελ. 17)

Ετυμολογία

τοπάζι < ελληνιστική κοινή τοπάζιον / τόπαζος < προελληνική

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπάζιτοπάζια
Γενικήτοπαζιούτοπαζιών
Αιτιατικήτοπάζιτοπάζια
Κλητικήτοπάζιτοπάζια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →