Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπάρχης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίαδιοικητής συγκεκριμένης περιφέρειας, επαρχίας Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηισχυρός τοπικός παράγοντας, προύχοντας, προεστός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοπάρχης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τοπάρχης < αρχαία ελληνική τόπος + ἄρχω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπάρχηςτοπάρχες
Γενικήτοπάρχητοπαρχών
Αιτιατικήτοπάρχητοπάρχες
Κλητικήτοπάρχητοπάρχες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →