τοπάρχης
•
- ιστορίαδιοικητής συγκεκριμένης περιφέρειας, επαρχίας Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηισχυρός τοπικός παράγοντας, προύχοντας, προεστός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοπάρχης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή τοπάρχης < αρχαία ελληνική τόπος + ἄρχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπάρχης | τοπάρχες |
| Γενική | τοπάρχη | τοπαρχών |
| Αιτιατική | τοπάρχη | τοπάρχες |
| Κλητική | τοπάρχη | τοπάρχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →