τοπική
•
- γραμματικήη πτώση που δηλώνει κατεύθυνση προς τόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοπική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου τοπικός, εννοείται πτώση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπική | τοπικές |
| Γενική | τοπικής | τοπικών |
| Αιτιατική | τοπική | τοπικές |
| Κλητική | τοπική | τοπικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →