τοπική αυτοδιοίκηση
•
- μορφή διακυβέρνησης της οποίας η αρμοδιότητα καλύπτει περιοχή μικρότερη από εκείνη του κράτους Βικιλεξικό
- Στη Βουλή κατατέθηκε την Τρίτη το νομοσχέδιο με το νέο εκλογικό σύστημα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, το οποίο θέτει τέλος στον θεσμό της απλής αναλογικής.
Ετυμολογία
τοπική αυτοδιοίκηση < → δείτε τις λέξεις τοπικός και αυτοδιοίκηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπική αυτοδιοίκηση | τοπικές αυτοδιοικήσεις |
| Γενική | τοπικής αυτοδιοίκησης | τοπικών αυτοδιοικήσεων |
| Αιτιατική | τοπική αυτοδιοίκηση | τοπικές αυτοδιοικήσεις |
| Κλητική | τοπική αυτοδιοίκηση | τοπικές αυτοδιοικήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →