Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπική αυτοδιοίκηση

/to.piˈci a.fto.ðiˈi.ci.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μορφή διακυβέρνησης της οποίας η αρμοδιότητα καλύπτει περιοχή μικρότερη από εκείνη του κράτους Βικιλεξικό
    • Στη Βουλή κατατέθηκε την Τρίτη το νομοσχέδιο με το νέο εκλογικό σύστημα στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, το οποίο θέτει τέλος στον θεσμό της απλής αναλογικής.

Ετυμολογία

τοπική αυτοδιοίκηση < → δείτε τις λέξεις τοπικός και αυτοδιοίκηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπική αυτοδιοίκησητοπικές αυτοδιοικήσεις
Γενικήτοπικής αυτοδιοίκησηςτοπικών αυτοδιοικήσεων
Αιτιατικήτοπική αυτοδιοίκησητοπικές αυτοδιοικήσεις
Κλητικήτοπική αυτοδιοίκησητοπικές αυτοδιοικήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →