Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοπιογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την τοπιογραφία ή τον τοπιογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοπιογραφικός < τοπιογραφία / τοπιογράφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοπιογραφικόςτοπιογραφικήτοπιογραφικό
Γενικήτοπιογραφικούτοπιογραφικήςτοπιογραφικού
Αιτιατικήτοπιογραφικότοπιογραφικήτοπιογραφικό
Κλητικήτοπιογραφικέτοπιογραφικήτοπιογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοπιογραφικοίτοπιογραφικέςτοπιογραφικά
Γενικήτοπιογραφικώντοπιογραφικώντοπιογραφικών
Αιτιατικήτοπιογραφικούςτοπιογραφικέςτοπιογραφικά
Κλητικήτοπιογραφικοίτοπιογραφικέςτοπιογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →