τοπιογραφικός
•
- που έχει σχέση με την τοπιογραφία ή τον τοπιογράφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοπιογραφικός < τοπιογραφία / τοπιογράφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπιογραφικός | τοπιογραφική | τοπιογραφικό |
| Γενική | τοπιογραφικού | τοπιογραφικής | τοπιογραφικού |
| Αιτιατική | τοπιογραφικό | τοπιογραφική | τοπιογραφικό |
| Κλητική | τοπιογραφικέ | τοπιογραφική | τοπιογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοπιογραφικοί | τοπιογραφικές | τοπιογραφικά |
| Γενική | τοπιογραφικών | τοπιογραφικών | τοπιογραφικών |
| Αιτιατική | τοπιογραφικούς | τοπιογραφικές | τοπιογραφικά |
| Κλητική | τοπιογραφικοί | τοπιογραφικές | τοπιογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →