τοπογραφώ
•
- διενεργώ τοπογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοπογραφώ < τοπογράφ(ος) + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τοπογραφώ | τοπογραφείς | τοπογραφεί | τοπογραφούμε | τοπογραφείτε | τοπογραφούν / τοπογραφούνε |
| Παρατατικός | τοπογραφούσα | τοπογραφούσες | τοπογραφούσε | τοπογραφούσαμε | τοπογραφούσατε | τοπογραφούσαν / τοπογραφούσανε |
| Αόριστος | τοπογράφησα | τοπογράφησες | τοπογράφησε | τοπογραφήσαμε | τοπογραφήσατε | τοπογράφησαν / τοπογραφήσαν / τοπογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα τοπογραφήσω / θα τοπογραφώ | θα τοπογραφήσεις / θα τοπογραφείς | θα τοπογραφήσει / θα τοπογραφεί | θα τοπογραφήσουμε / θα τοπογραφούμε | θα τοπογραφήσετε / θα τοπογραφείτε | θα τοπογραφήσουν / θα τοπογραφήσουνε / θα τοπογραφούν / θα τοπογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω τοπογραφήσει | έχεις τοπογραφήσει | έχει τοπογραφήσει | έχουμε τοπογραφήσει | έχετε τοπογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τοπογραφήσει | είχες τοπογραφήσει | είχε τοπογραφήσει | είχαμε τοπογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τοπογραφήσει / να τοπογραφήσω / να τοπογραφώ | να έχεις τοπογραφήσει / να τοπογραφήσεις / να τοπογραφείς | να έχει τοπογραφήσει / να τοπογραφήσει / να τοπογραφεί | να έχουμε τοπογραφήσει / να τοπογραφήσουμε / να τοπογραφούμε | να έχετε τοπογραφήσει / να τοπογραφήσετε / να τοπογραφείτε | να τοπογραφήσουν / να τοπογραφήσουνε / να τοπογραφούν / να τοπογραφούνε |
| Προστακτική | — | τοπογράφει / τοπογράφησε | — | — | τοπογραφήστε / τοπογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →