τοποθετημένος
•
- που έχει τοποθετηθεί Βικιλεξικό
- Βρέθηκαν επίσης, αρκετά χάλκινα μικροαντικείμενα, όπως βελόνες, μια αγκράφα και μία τοξωτή πόρπη, ενώ στο στόμα του νεκρού – σύμφωνα με τις ταφικές πρακτικές – ήταν τοποθετημένο ένα χάλκινο νόμισμα (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 54, 2005, σελ. 500)
Ετυμολογία
τοποθετημένος < τοποθετούμαι
Άλλοι τύποι
τοποθετημένατοποθετημένετοποθετημένεςτοποθετημένητοποθετημένηςτοποθετημένοτοποθετημένοιτοποθετημένοςτοποθετημένουτοποθετημένουςτοποθετημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →