τοποθετούμαι
•
- με τοποθετούν (μπαίνω) σε κατάλληλη θέση Βικιλεξικό
- τεχνητός πνεύμονας τοποθετήθηκε σε ασθενή
- Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)
- καταλαμβάνω μια θέση με επισημότητα
- προσδιορίζεται με βάση στοιχεία ότι βρίσκομαι σε έναν τόπο ή συμβαίνω σε μια χρονική στιγμή/περίοδο Βικιλεξικό
- η γεωγραφική θέση της αρχαίας πόλης τοποθετείται μερικά χιλιόμετρα βόρεια του σημερινού ομώνυμου οικισμού
- η κατασκευή του οικισμού τοποθετείται στους γεωμετρικούς χρόνους
- για έργα δημιουργικής φαντασίας
- διορίζομαι σε θέση (ή σε τόπο όπου θα ασκήσω τα καθήκοντά μου) Βικιλεξικό
- τοποθετήθηκε ο νέος διευθυντής του ιδρύματος
- ζήτησε μετάθεση και τοποθετήθηκε στο Μεσολόγγι
- αγοράζω μετοχές με σκοπό να αποκομίσω κάποιο κέρδος Βικιλεξικό
- η εταιρία τοποθετήθηκε στον κλάδο της πληροφορικής
- παίρνω κάποια στάση σχετικά με ένα θέμα Βικιλεξικό
- ο πρόεδρος της δημοκρατίας τοποθετήθηκε υπέρ της άμεσης λύσης του προβλήματος
- με κατατάσσουν σε κάποια κατηγορία Βικιλεξικό
- Ο Τέλλος Άγρας τοποθετείται στους έλληνες ποιητές του μεσοπολέμου, τους λεγόμενους νεορομαντικούς ή παρακμιακούς (από τον δικτυακό τόπο του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου)
Ετυμολογία
τοποθετούμαι < τοποθετώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →