τορεύς
•
- ελληνιστική κοινήαυτός ή κάτι που διατρυπάει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τορεύς < → δείτε τη λέξη τείρω → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
τορεύς < → δείτε τη λέξη τείρω → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →