τορνεύω
•
- κατεργάζομαι σκληρής φύσης υλικά χρησιμοποιώντας τόρνο Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπεξεργάζομαι περίτεχνα τον λόγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τορνεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική τορνεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τορνεύω | τορνεύεις | τορνεύει | τορνεύουμε | τορνεύετε | τορνεύουν / τορνεύουνε |
| Παρατατικός | τόρνευα | τόρνευες | τόρνευε | τορνεύαμε | τορνεύατε | τορνεύαν / τορνεύανε / τόρνευαν |
| Αόριστος | τόρνεψα | τόρνεψες | τόρνεψε | τορνέψαμε | τορνέψατε | τορνέψαν / τορνέψανε / τόρνεψαν |
| Μέλλοντας | θα τορνέψω / θα τορνεύω | θα τορνέψεις / θα τορνεύεις | θα τορνέψει / θα τορνεύει | θα τορνέψουμε / θα τορνεύουμε | θα τορνέψετε / θα τορνεύετε | θα τορνέψουν / θα τορνέψουνε / θα τορνεύουν / θα τορνεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω τορνέψει | έχεις τορνέψει | έχει τορνέψει | έχουμε τορνέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τορνέψει | είχες τορνέψει | είχε τορνέψει | είχαμε τορνέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τορνέψει / να τορνέψω / να τορνεύω | να έχεις τορνέψει / να τορνέψεις / να τορνεύεις | να έχει τορνέψει / να τορνέψει / να τορνεύει | να έχουμε τορνέψει / να τορνέψουμε / να τορνεύουμε | να τορνέψετε / να τορνεύετε | να τορνέψουν / να τορνέψουνε / να τορνεύουν / να τορνεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε τορνεμένο / τόρνευε / τόρνεψε | — | — | τορνέψτε / τορνεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →