τορπιλικός
•
- που έχει σχέση με τορπίλη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τορπιλικός < τορπίλη + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τορπιλικός | τορπιλική | τορπιλικό |
| Γενική | τορπιλικού | τορπιλικής | τορπιλικού |
| Αιτιατική | τορπιλικό | τορπιλική | τορπιλικό |
| Κλητική | τορπιλικέ | τορπιλική | τορπιλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τορπιλικοί | τορπιλικές | τορπιλικά |
| Γενική | τορπιλικών | τορπιλικών | τορπιλικών |
| Αιτιατική | τορπιλικούς | τορπιλικές | τορπιλικά |
| Κλητική | τορπιλικοί | τορπιλικές | τορπιλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →