Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τορπιλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τορπίλη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τορπιλικός < τορπίλη + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτορπιλικόςτορπιλικήτορπιλικό
Γενικήτορπιλικούτορπιλικήςτορπιλικού
Αιτιατικήτορπιλικότορπιλικήτορπιλικό
Κλητικήτορπιλικέτορπιλικήτορπιλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτορπιλικοίτορπιλικέςτορπιλικά
Γενικήτορπιλικώντορπιλικώντορπιλικών
Αιτιατικήτορπιλικούςτορπιλικέςτορπιλικά
Κλητικήτορπιλικοίτορπιλικέςτορπιλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →