τορπιλοσωλήνας
•
- τορπιλοβλητικός σωλήνας, σωλήνας απ’ τον οποίο βάλλονται τορπίλες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τορπιλοσωλήνας < τορπίλη + -ο- + σωλήνας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τορπιλοσωλήνας | τορπιλοσωλήνες |
| Γενική | τορπιλοσωλήνα | τορπιλοσωλήνων |
| Αιτιατική | τορπιλοσωλήνα | τορπιλοσωλήνες |
| Κλητική | τορπιλοσωλήνα | τορπιλοσωλήνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →