τορτίγια
•
- τρόφιμοεπίπεδο στρογγυλό ψωμί από καλαμποκάλευρο ή αλεύρι Βικιλεξικό
- Οι φρεσκοψημένες τορτίγιες υπάρχουν παντού, από το πρωινό των ξενοδοχείων μέχρι τα εστιατόρια και τους μικρούς υπαίθριους πάγκους. (Βαγγέλης Δρίσκας, Μεξικάνικη κουζίνα: Η μεγάλη γιορτή των γεύσεων, εφημερίδα Έθνος, 11 Ιουλίου 2020)
- τρόφιμοείδος ομελέτας που περιέχει πατάτες και κρεμμύδια Βικιλεξικό
- H ισπανική τορτίγια είναι δημοφιλής σε ολόκληρη την Ισπανία και συνήθως χρησιμεύει ως τάπας, μεζέ δηλαδή. (Ποια φαγητά να δοκιμάσετε αν ταξιδέψετε στην Ισπανία, tvxs.gr, 19 Μαρτίου 2019)
Ετυμολογία
τορτίγια < (άμεσο δάνειο) ισπανική tortilla
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τορτίγια | τορτίγιες |
| Γενική | τορτίγιας | — |
| Αιτιατική | τορτίγια | τορτίγιες |
| Κλητική | τορτίγια | τορτίγιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →