τοσοδούλης
•
- εκφραστικόπάρα πολύ μικρός (επιτατικό επίθετο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοσοδούλης < επίρρημα τοσοδ(ά) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης < τόσος δα / τοσοσδά
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοσοδούλης | τοσοδούλα | τοσοδούλι / τοσοδούλικο |
| Γενική | τοσοδούλη | τοσοδούλας | —τοσοδούλικου |
| Αιτιατική | τοσοδούλη | τοσοδούλα | τοσοδούλι / τοσοδούλικο |
| Κλητική | τοσοδούλη | τοσοδούλα | τοσοδούλι / τοσοδούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοσοδούληδες | τοσοδούλες | τοσοδούλια / τοσοδούλικα |
| Γενική | τοσοδούληδων | — | —τοσοδούλικων |
| Αιτιατική | τοσοδούληδες | τοσοδούλες | τοσοδούλια / τοσοδούλικα |
| Κλητική | τοσοδούληδες | τοσοδούλες | τοσοδούλια / τοσοδούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →