Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοσοδούλης

/to.soˈðu.lis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκφραστικόπάρα πολύ μικρός (επιτατικό επίθετο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοσοδούλης < επίρρημα τοσοδ(ά) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης < τόσος δα / τοσοσδά

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοσοδούληςτοσοδούλατοσοδούλι / τοσοδούλικο
Γενικήτοσοδούλητοσοδούλας—τοσοδούλικου
Αιτιατικήτοσοδούλητοσοδούλατοσοδούλι / τοσοδούλικο
Κλητικήτοσοδούλητοσοδούλατοσοδούλι / τοσοδούλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοσοδούληδεςτοσοδούλεςτοσοδούλια / τοσοδούλικα
Γενικήτοσοδούληδων——τοσοδούλικων
Αιτιατικήτοσοδούληδεςτοσοδούλεςτοσοδούλια / τοσοδούλικα
Κλητικήτοσοδούληδεςτοσοδούλεςτοσοδούλια / τοσοδούλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →