τοτεμικός
•
- που έχει σχέση με τοτέμ, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τοτεμικός < τοτέμ + -ικός < γαλλική totem < αγγλική totem < οτζίμπουε (o)doodem(an)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοτεμικός | τοτεμική | τοτεμικό |
| Γενική | τοτεμικού | τοτεμικής | τοτεμικού |
| Αιτιατική | τοτεμικό | τοτεμική | τοτεμικό |
| Κλητική | τοτεμικέ | τοτεμική | τοτεμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τοτεμικοί | τοτεμικές | τοτεμικά |
| Γενική | τοτεμικών | τοτεμικών | τοτεμικών |
| Αιτιατική | τοτεμικούς | τοτεμικές | τοτεμικά |
| Κλητική | τοτεμικοί | τοτεμικές | τοτεμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →