Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τοτεμικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τοτέμ, ανήκει ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τοτεμικός < τοτέμ + -ικός < γαλλική totem < αγγλική totem < οτζίμπουε (o)doodem(an)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοτεμικόςτοτεμικήτοτεμικό
Γενικήτοτεμικούτοτεμικήςτοτεμικού
Αιτιατικήτοτεμικότοτεμικήτοτεμικό
Κλητικήτοτεμικέτοτεμικήτοτεμικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτοτεμικοίτοτεμικέςτοτεμικά
Γενικήτοτεμικώντοτεμικώντοτεμικών
Αιτιατικήτοτεμικούςτοτεμικέςτοτεμικά
Κλητικήτοτεμικοίτοτεμικέςτοτεμικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →