τουβλάκι
•
- μικρό τούβλο Βικιλεξικό
- οικείοχαζούλης, αφελής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουβλάκι, υποκοριστικό του τούβλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουβλάκι | τουβλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | τουβλάκι | τουβλάκια |
| Κλητική | τουβλάκι | τουβλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →