τουλουμιάζω
•
- για τυρίτοποθετώ μέσα σε τουλούμι Βικιλεξικό
- λαϊκόξυλοκοπώ κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουλουμιάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | τουλουμιάζω | τουλουμιάζεις | τουλουμιάζει | τουλουμιάζουμε | τουλουμιάζετε | τουλουμιάζουν / τουλουμιάζουνε |
| Παρατατικός | τουλούμιαζα | τουλούμιαζες | τουλούμιαζε | τουλουμιάζαμε | τουλουμιάζατε | τουλουμιάζαν / τουλουμιάζανε / τουλούμιαζαν |
| Αόριστος | τουλούμιασα | τουλούμιασες | τουλούμιασε | τουλουμιάσαμε | τουλουμιάσατε | τουλουμιάσαν / τουλουμιάσανε / τουλούμιασαν |
| Μέλλοντας | θα τουλουμιάζω / θα τουλουμιάσω | θα τουλουμιάζεις / θα τουλουμιάσεις | θα τουλουμιάζει / θα τουλουμιάσει | θα τουλουμιάζουμε / θα τουλουμιάσουμε | θα τουλουμιάζετε / θα τουλουμιάσετε | θα τουλουμιάζουν / θα τουλουμιάζουνε / θα τουλουμιάσουν / θα τουλουμιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω τουλουμιάσει | έχεις τουλουμιάσει | έχει τουλουμιάσει | έχουμε τουλουμιάσει | έχετε τουλουμιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα τουλουμιάσει | είχες τουλουμιάσει | είχε τουλουμιάσει | είχαμε τουλουμιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω τουλουμιάσει / να τουλουμιάζω / να τουλουμιάσω | να έχεις τουλουμιάσει / να τουλουμιάζεις / να τουλουμιάσεις | να έχει τουλουμιάσει / να τουλουμιάζει / να τουλουμιάσει | να έχουμε τουλουμιάσει / να τουλουμιάζουμε / να τουλουμιάσουμε | να έχετε τουλουμιάσει / να τουλουμιάζετε / να τουλουμιάσετε | να τουλουμιάζουν / να τουλουμιάζουνε / να τουλουμιάσουν / να τουλουμιάσουνε |
| Προστακτική | — | τουλούμιαζε / τουλούμιασε | — | — | τουλουμιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
τουλουμιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →