Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τουλουμπατζής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοάτομα που εκτελούσαν χρέη πυροσβεστών (σε πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) Βικιλεξικό
    • Οι τουλουμπατζήδες ήτανε τα παλικάρια, οι νταήδες του μαχαλά. […] Οπουδήποτε και αν άρχιζε φωτιά, τρέχανε όλοι οι τουλουμπατζήδες. Φορτώνανε στην πλάτη τους μια μικρή τουλούμπα, και με το ρεΐζη, δηλαδή τον αρχηγό τους επικεφαλής, τρέχαν ξιπόλυτοι, με τα βρακιά ανασηκωμένα πάνω απ' το γόνατο (Μαρία Ιορδανίδου, Λωξάντρα. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1963, σσ. 43-44 στην έκδοση 1990, ISBN 960-05-0138-6)
  2. επάγγελμααυτός που πουλάει τουλούμπες (το γλυκό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τουλουμπατζής < (άμεσο δάνειο) τουρκική tulumbacı + -ς. Αναλύεται σε τουλούμπα + -τζής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτουλουμπατζήςτουλουμπατζήδες
Γενικήτουλουμπατζήτουλουμπατζήδων
Αιτιατικήτουλουμπατζήτουλουμπατζήδες
Κλητικήτουλουμπατζήτουλουμπατζήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →