τουμπίτσα
•
- μικρή τούμπα Βικιλεξικό
- Πρόσεξε μη φας καμιά τουμπίτσα με τα τροχοπέδιλά σου!
- Άρπαξε μια τουμπίτσα με το μοτοποδήλατό του.
Ετυμολογία
τουμπίτσα < τούμπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουμπίτσα | τουμπίτσες |
| Γενική | τουμπίτσας | — |
| Αιτιατική | τουμπίτσα | τουμπίτσες |
| Κλητική | τουμπίτσα | τουμπίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →