τουριστικός
•
- που έχει σχέση με τους τουρίστες ή τον τουρισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουριστικός < τουρίστας + ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τουριστικός | τουριστική | τουριστικό |
| Γενική | τουριστικού | τουριστικής | τουριστικού |
| Αιτιατική | τουριστικό | τουριστική | τουριστικό |
| Κλητική | τουριστικέ | τουριστική | τουριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | τουριστικοί | τουριστικές | τουριστικά |
| Γενική | τουριστικών | τουριστικών | τουριστικών |
| Αιτιατική | τουριστικούς | τουριστικές | τουριστικά |
| Κλητική | τουριστικοί | τουριστικές | τουριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →