Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τούρκικος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. καφέςαλεσμένος καφές που έχει βραστεί σε μπρίκι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τούρκικος < Τούρκος + -ικος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτούρκικη / τούρκικος / τούρκικοτούρκικες / τούρκικοι / τούρκικα
Γενικήτούρκικης / τούρκικου / τούρκικουτούρκικων / τούρκικων / τούρκικων
Αιτιατικήτούρκικη / τούρκικο / τούρκικοτούρκικες / τούρκικους / τούρκικα
Κλητικήτούρκικη / τούρκικε / τούρκικοτούρκικες / τούρκικοι / τούρκικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τούρκικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στους Τούρκους ή την Τουρκία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τούρκικος < Τούρκος + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτούρκικοςτούρκικητούρκικο
Γενικήτούρκικουτούρκικηςτούρκικου
Αιτιατικήτούρκικοτούρκικητούρκικο
Κλητικήτούρκικετούρκικητούρκικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτούρκικοιτούρκικεςτούρκικα
Γενικήτούρκικωντούρκικωντούρκικων
Αιτιατικήτούρκικουςτούρκικεςτούρκικα
Κλητικήτούρκικοιτούρκικεςτούρκικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

τουρκικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την Τουρκία και τους Τούρκους Βικιλεξικό
    • Τουρκική εισχώρηση στην χερσόνησο των Βαλκανίων αποκαλείται από πολλούς το ενδιαφέρον της Άγκυρας για χώρες σαν την Αλβανία

Ετυμολογία

τουρκικός < Τουρκία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτουρκικόςτουρκικήτουρκικό
Γενικήτουρκικούτουρκικήςτουρκικού
Αιτιατικήτουρκικότουρκικήτουρκικό
Κλητικήτουρκικέτουρκικήτουρκικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτουρκικοίτουρκικέςτουρκικά
Γενικήτουρκικώντουρκικώντουρκικών
Αιτιατικήτουρκικούςτουρκικέςτουρκικά
Κλητικήτουρκικοίτουρκικέςτουρκικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →