Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τουρκομαθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γνωρίζει την τουρκική γλώσσα Βικιλεξικό
  2. που έχει γνώση της τουρκικής κουλτούρας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τουρκομαθής < τουρκο- + -μαθής (< θέμα μαθ- του ρήματος μαθαίνω) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1845

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτουρκομαθήςτουρκομαθήςτουρκομαθές
Γενικήτουρκομαθούςτουρκομαθούςτουρκομαθούς
Αιτιατικήτουρκομαθήτουρκομαθήτουρκομαθές
Κλητικήτουρκομαθή / τουρκομαθήςτουρκομαθήςτουρκομαθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτουρκομαθείςτουρκομαθείςτουρκομαθή
Γενικήτουρκομαθώντουρκομαθώντουρκομαθών
Αιτιατικήτουρκομαθείςτουρκομαθείςτουρκομαθή
Κλητικήτουρκομαθείςτουρκομαθείςτουρκομαθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →