Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

τουρκομερίτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τουρκομερίτες ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

τουρκομερίτικος < τουρκομερίτης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτουρκομερίτικοςτουρκομερίτικητουρκομερίτικο
Γενικήτουρκομερίτικουτουρκομερίτικηςτουρκομερίτικου
Αιτιατικήτουρκομερίτικοτουρκομερίτικητουρκομερίτικο
Κλητικήτουρκομερίτικετουρκομερίτικητουρκομερίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήτουρκομερίτικοιτουρκομερίτικεςτουρκομερίτικα
Γενικήτουρκομερίτικωντουρκομερίτικωντουρκομερίτικων
Αιτιατικήτουρκομερίτικουςτουρκομερίτικεςτουρκομερίτικα
Κλητικήτουρκομερίτικοιτουρκομερίτικεςτουρκομερίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →