τουρλού
•
- είδος λαδερού φαγητού (φούρνου ή κατσαρόλας), παρόμοιο με το μπριάμ, με κύρια συστατικά για την παρασκευή του διάφορα μεσογειακά, καλοκαιρινά λαχανικά όπως μελιτζάνες, κολοκύθια κλπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάτι που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ομοιομορφίας, την κυριαρχία ετερόκλητων στοιχείων, την ανομοιομορφία και την ποικιλομορφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουρλού < (άμεσο δάνειο) τουρκική türlü
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →