τουρτούρα
•
- λαϊκότροποτο να τουρτουρίζει κάποιος Βικιλεξικό
- λαϊκότροποτρυγόνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
τουρτούρα < τουρτουρίζω + -α # τουρτούρα < λατινική turtur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | τουρτούρα | τουρτούρες |
| Γενική | τουρτούρας | — |
| Αιτιατική | τουρτούρα | τουρτούρες |
| Κλητική | τουρτούρα | τουρτούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →